30 Μαρτίου 2018

ΑΣΚΗΤΙΚΗ-A΄ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ



 Δεν είμαι καλός, δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος! Αβάσταχτη είναι η ευτυχία
κι η δυστυχία μου, είμαι γιομάτος  άναρθρες  φωνές και σκοτάδι, κυλιούμαι όλο
δάκρυα κι αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου.
Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου.
Δεν είμαι το φως, είμαι η νύχτα. Μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και με τρώει. Είμαι η νύχτα που την τρώει το φως.
Με κίντυνο, βαρυγκομώντας, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, πασχίζω να τιναχτώ από τον ύπνο, να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ όρθιος.
Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα να νικήσει την ευτυχία, την κούραση και το θάνατο.
Γυμνάζω σαν άλογο πολεμικό το σώμα μου, το συντηρώ  λιτό, γερό, πρόθυμο. Το σκληραγωγώ και το σπλαχνίζουμαι. Άλλο άλογο δεν έχω.
Συντηρώ το μυαλό μου ακοίμητο, λαγαρό, ανήλεο. Το αμολώ να παλεύει ακατάλυτα και να κατατρώει, φως αυτό , το σκοτάδι της σάρκας. ‘Άλλο αργαστήρι να κάνω το σκοτάδι φως δεν έχω.
Συντηρώ την καρδιά μου φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη. Νιώθω στην καρδιά μου όλες τις
ταραχές και τις αντινομίες, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Μα αγωνίζουμαι να τις υποτάξω σ’ ένα ρυθμό ανώτερο από το νου, σκληρότερο από την καρδιά μου.  Στο ρυθμό του Σύμπαντου που ανηφορίζει.
Η Κραυγή κηρύχνει μέσα μου επιστράτεψη. Φωνάζει: «Εγώ, η Κραυγή, είμαι ο Κύριος ο Θεός σου! Δεν είμαι καταφύγι. Δεν είμαι σπίτι κι ελπίδα. Δεν είμαι Πατέρας, δεν είμαι Γιός, δεν είμαι Πνέμα. Είμαι ο Στρατηγός σου!
Δεν είσαι δούλος μου μήτε  παιχνίδι στις απαλάμες μου. Δεν είσαι φίλος μου, δεν είσαι παιδί μου. Είσαι ο σύντροφός μου στη μάχη.
Κράτα γενναία τα στενά που σου μπιστεύτηκα. Μην τα προδώσεις! Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας.
Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ. Ακλούθα μου!
Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερό του ρυθμό είναι λεύτερος.
Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπός μου απάνω στη γη ετούτη.
Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Nα λες: Εγώ, εγώ μοναχός μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.
Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. Να ζητάς συντρόφους.
Να ‘σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.
Πού πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη;  Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!»
Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.
Ναι, ναι, δεν είμαι τίποτα. Ένας αχνός φωσφορισμός απάνω στην ογρή πεδιάδα, ένα άθλιο
σκουλήκι που σούρνεται κι αγαπάει, φωνάζει και μιλάει για φτερούγες, μια ώρα, δυο  ώρες, κι ύστερα το στόμα του φράζει με χώματα. ‘Άλλη απόκριση οι  σκοτεινές δυνάμεις  δε  δίνουν.
Μα μέσα μου, μια Κραυγή   ανώτερή μου φωνάζει αθάνατη. Τι, θέλοντας και μη, είμαι και εγώ, σίγουρα, ένα κομμάτι  από  τ’ ορατό κι αόρατο Σύμπαντο. Είμαστε ένα. Οι δυνάμεις που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμεις που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμεις που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμεις.
Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του.
Δεν φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, δε φωνάζω μοναχός μου. Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του Σύμπαντου φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου.
Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι, και Κάποιος αποπάνω μου περνάει και γκρεμίζουμαι ξοπίσω του. Ένας Αγωνιστής με διαπερνάει, τρώει τη σάρκα μου και το μυαλό μου, ν’ ανοίξει δρόμο, να γλιτώσει  από μένα. Όχι εγώ, Αυτός φωνάζει!
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

23 Φεβρουαρίου 2018

Ασκητική - Πορεία



Μα ξάφνου μια σπαραχτικιά κραυγή μέσα μου: «βοήθεια!» Ποιος φώναξε;
Μάζωξε τη δύναμή σου κι αφουγκράσου.  Όλη η καρδιά του ανθρώπου είναι
μια κραυγή. Ακούμπησε απάνω στο στήθος σου να την ακούσεις. Κάποιος μέσα
σου αγωνίζεται και φωνάζει.
Χρέος σου, σε πάσα στιγμή, μέρα και νύχτα, σε χαρά και σε θλίψη, μέσα από την
καθημερινήν ανάγκη να ξεχωρίσεις την Κραυγή τούτη, να την ξεχωρίσεις ορμητικά
ή συγκρατημένα, όπως βολεί στη φύση σου, γελώντας ή κλαίγοντας, ενεργώντας
ή στοχαζόμενος, και να μάχεσαι να νοιώσεις ποιος είναι αυτός που κιντυνεύει
και φωνάζει.
Και πώς μπορούμε εμείς να στρατευτούμε, όλοι μαζί, και να τον λευτερώσουμε.
Μέσα στην πιο μεγάλη χαρά μας ένας μέσα μας φωνάζει: « Πονώ! Θέλω να
ξεφύγω από τη χαρά σου! Πλαντώ»!
Μέσα στην πιο μεγάλη απελπισία μας ένας μέσα μας φωνάζει: « Δεν απελπίζουμαι!
Παλεύω! Γαντζώνομαι απάνω από την κεφαλή σου, ξεθηκαρώνω από το  σώμα σου ,
ξεθηκαρώνω από τη γης, δε χωρώ σε μυαλά, σε ονόματα, σε πράξεις!»
Μέσα από την πλατιά αρετή μας ένας ανασηκώνεται, απελπισμένος, και φωνάζει:
« Στενή είναι η αρετή, δεν μπορώ ν’ αναπνέψω. Μικρός, στενός είναι
ο Παράδεισος, δε με χωράει. Σαν άνθρωπος μου φαίνεται ο Θεός σας,
δεν τον θέλω!»
Ακούω την άγρια κραυγή κι ανατινάζουμαι .Μέσα μου, η αγωνία που ανηφορίζει
συντάζεται, για πρώτη φορά, σε ακέραιη ανθρώπινη φωνή – καθαρά, με τ΄ όνομά
μου, με τ’ όνομα του γονιού και της ράτσας μου!
Είναι η μεγάλη κρίσιμη στιγμή. Είναι το σύνθημα της Πορείας. Αν δεν ακούσεις
την Κραυγή τούτη να σκίζει τα σωθικά σου, μην ξεκινήσεις!
Ξακλούθα με υπομονή, με υποταγή την ιερή θητεία σου στον πρώτο, στο δεύτερο,
στον τρίτο βαθμό της προετοιμασίας.
Κι αφουγκράζου: Στον ύπνο, στον έρωτα, στη δημιουργία, σε μια αφιλόκερδή σου
περήφανη πράξη ή μέσα σε βαθιά απελπισμένη σιωπή, ξάφνου μπορεί ν’ ακούσεις
την Κραυγή και να κινήσεις.
Ως τώρα έρεε  η καρδιά μου, ανέβαινε, κατέβαινε με το Σύμπαντο. Μα ως άκουσα
την Κραυγή, το σπλάχνο μου και το Σύμπαντο χωρίστηκαν σε δυό στρατόπεδα.
Κάποιος μέσα μου κιντυνεύει, σήκωσε τα χέρια του και μου φωνάζει:
«Σώσε με!» Κάποιος μέσα μου ανεβαίνει, παραπατάει και φωνάζει: «Βοήθεια!»
Ποια στράτα από τις δυό αιώνιες να διαλέξω; Ξαφνικά νογώ, από  την απόφασή μου
τούτη κρέμεται όλη μου η ζωή. Κρέμεται όλη η ζωή του Σύμπαντου.
Από τις δυό  στράτες, διαλέγω τον ανήφορο. Γιατί ;Χωρίς νοητά επιχειρήματα,
χωρίς καμιά βεβαιότητα. Κατέχω πόσο ανήμπορος στην κρίσιμη τούτη στιγμή
είναι  ο νους κι όλες οι μικρές βεβαιότητες του ανθρώπου.
Διαλέγω τον ανήφορο, γιατί κατά κει με σπρώχνει η καρδιά μου. « Απάνω! Απάνω»
φωνάζει η καρδιά μου, και την ακολουθώ μ’ εμπιστοσύνη.
Νιώθω, αυτό ζητάει από μένα η τρομερή αρχέγονη Κραυγή. Πηδώ στο πλευρό της!
Ταυτίζω τη μοίρα μου μαζί της.
Κάποιος μέσα μου αγωνίζεται ν’ ανασηκώσει ένα βάρος, ν’αναμερίσει  τη σάρκα
και το νου, νικώντας τη συνήθεια, την τεμπελιά και την ανάγκη.
Δεν ξέρω από πού έρχεται  και πού πάει. Μέσα στο εφήμερο στήθος μου αδράχνω
την πορεία του, αφουγκράζουμαι το αγκομαχητό του, ανατριχιάζω αγγίζοντάς τον.
Ποιος είναι; Στήνω το αυτί, θέτω σημάδια, οσμίζομαι τον αγέρα. Ανηφορίζω,
ψάχνοντας προς τ’ απάνω, αγκομαχώντας.
Αρχίζει η φοβερή, η μυστική Πορεία.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

10 Φεβρουαρίου 2018

ανήκω



Υπάρχουν κάποιες λέξεις, κάποια ρήματα που έχουν μέσα τους τέτοια ενέργεια που μπορούν να καθορίσουν ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου.
Η λέξη, το ρήμα ανήκω είναι μία από αυτές.
Το μικρό παιδάκι, το βρέφος , μέχρι την ηλικία των οκτώ μηνών νομίζει ότι η μητέρα του και το κάθε τι γύρω του, αλλά κυρίως η μητέρα, είναι προέκτασή του. Αργότερα  και σιγά- σιγά ξεκαθαρίζει ότι η μητέρα και οι άλλοι είναι διαφορετικά άτομα.
Μικρό και απροστάτευτο όπως είναι ζητάει την ασφάλεια και την προστασία στα άτομα που είναι δίπλα του, και είναι οι μεγάλοι. Αυτοί σίγουρα θα το προστατέψουν, θα το ταίσουν, θα το βοηθήσουν να μεγαλώσει. Είναι το αίσθημα της αυτοσυντήρησης που είναι πολύ ισχυρό μέσα του. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει να αναρωτιέται και να ψάχνει , πού ανήκει.
Ανήκει λοιπόν σ’ αυτούς. Αργότερα καταλαβαίνει ότι «αυτοί» είναι η οικογένεια, η οικογένειά του, που αποτελείται από τη μαμά, τον μπαμπά,  τα αδέλφια, τη γιαγιά.
Ανήκει στην οικογένεια που το θρέφει, το φροντίζει, το προστατεύει, επικοινωνεί μαζί του, ακούει τους προβληματισμούς και τα όνειρά του,  μα κυρίως και πάνω από όλα , το αγαπάει.
Το παιδί μέχρι που να πάει στο σχολείο, αλλά και μέχρι να ενηλικιωθεί,  εκεί μεγαλώνει, χτίζει προσωπικότητα και χαρακτήρα με ασφάλεια . Ζει  μέσα στην οικογένεια που οι μεγάλοι είναι ώριμα και υπεύθυνα άτομα .
Προτάσεις και απειλές  όπως « δεν σ’ αγαπάω», «είσαι κακό παιδί», «να φύγεις», «με κούρασες», «σε βαρέθηκα», « είσαι βλάκας» αλλά και η έλλειψη  επικοινωνίας, η έλλειψη διαλόγου, η αδιαφορία  και συμπεριφορές που δείχνουν ανωριμότητα κάνουν το μικρό παιδί να μη θέλει να ανήκει  και να ζει με αυτούς « τους μεγάλους».
Αρχίζει να ψάχνει από το σχολείο ή από το περιβάλλον να βρει κάποιους που να μπορεί να ανήκει. Να επικοινωνεί μαζί τους, να το ακούνε, να μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα.
 Και βέβαια  είναι υγειές να δημιουργεί παρέες που ασχολούνται με τη γυμναστική, τη μουσική, την εκπαίδευση, και να θέλει να ανήκει σε μία από αυτές τις ομάδες που θα μπορεί να  έχει πρόοδο και ανάπτυξη.
Τι γίνεται όμως όταν μέσα από το περιβάλλον  βρίσκει παρέες που για να δείξουν ότι είναι μεγάλοι και μάγκες καπνίζουν, η κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών, κλέβουν ή δημιουργούν αντικοινωνική συμπεριφορά;
Το παιδί για να ανήκει  θα πρέπει να κάνει ακριβώς τα ίδια που κάνει και η ομάδα. Βάζει την παρέα  αυτή πάνω από όλους. Έχει απορρίψει την οικογένεια, σταματάει να επικοινωνεί. Και βέβαια τα  αποτελέσματα  όταν το παιδί μπλέξει με τέτοιου είδους ουσίες
είναι καταστροφικά για όλους. Για το ίδιο, για την οικογένεια.

6 Φεβρουαρίου 2018

ασκητική τρίτο χρέος



Ο νους βολεύεται.  Θέλει να γιομώσει μ’ έργα μεγάλα
τη φυλακή του, το κρανίο.
Να χαράξει στους τοίχους ρητά ηρωικά, να ζωγραφίσει
στις αλυσίδες του φτερούγες ελευτερίας.
Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της,
φωνές ερωτικές αφουγκράζεται στον αγέρα.
Κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες.
Και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.
Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την
ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.
Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά,
κάμε το τρίτο βήμα.
Γλίτωσε από την απλοική άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να
υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδιάς που ζητάει
να βρει την ουσία.
Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα.
Τούτο είναι το τρίτο χρέος.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ